Ετικέτες

, , , , , , , ,

Σὲ ὅλη τὴν εὐρωπαϊκὴ ἐπικράτεια ἡ ἑορταστικὴ περίοδος πρὶν καὶ μετὰ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο εἶναι ἀπὸ τὶς πλέον χαρούμενες καὶ ἀγαπητές. Ἂς κάνουμε μία μικρὴ περιήγηση στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους συνηθίζεται νὰ ἑορτάζεται τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο στὶς παραδόσεις διαφόρων χωρῶν τῆς Εὐρώπης.

 Ἡ φωτογραφία εἶναι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. στὴν Σουηδία, στὸ Bollnässtugan, καὶ ἀπεικονίζει τὸν παραδοσιακὸ ἑορτασμὸ τοῦ Τράγου τοῦ Yule (Julebukk). Ὁ βοηθὸς τοῦ Τράγου εἶναι ὁ Tomte, ποὺ ζεῖ στὰ δάση καὶ ποὺ τὴν παραμονὴ τοῦ Yule (Julafton/Juleaften) φέρνει καὶ μοιράζει δῶρα στοὺς ἀνθρώπους (τὰ λεγόμενα julklappar). Ὁρισμένοι συσχετίζουν τὸν Τράγο/Julebukk καὶ τὸν βοηθὸ του μὲ τοὺς Tanngrisnir καὶ Tanngnjóstr, τοὺς δύο τράγους ποὺ σέρνουν τὸ Ἅρμα τοῦ Θεοῦ Θώρ στὸν οὐρανό. Κατὰ τὴ περίοδο τοῦ Yule μεταμφιέζονται καὶ φορώντας δέρμα τράγου πήγαίνουν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι κρατώντας μία κεφαλὴ τράγου.

 Στὴν Σουηδία συνηθίζουν νὰ στήνουν ὁμοιώματα τράγου γιὰ τοὺς παραδοσιακοὺς ἑορτασμοὺς τοῦ Yule.

 Στὴν Φινλανδία ἑορτάζεται τὸ Joulu (Γιόουλου) καὶ ὁ Τράγος ἀποκαλεῖται Joulupukki ἐνῶ ὁ βοηθὸς του Tonttu. Πρόκειται γιὰ μεταφορὰ τῶν σουηδικῶν ἐθίμων καὶ ὀνομασιῶν, κυρίως στὴν δ. Φινλανδία  διότι στὴν ἀνατολικὴ ἔχει διατηρηθεῖ ἡ ὀνομασία Haltias (ἕνα εἴδος ξωτικοῦ τοῦ δάσους) γιὰ τὸν Tonttu.

 Ὁ Joulupukki ἔρχεται ἀπὸ τὸ λαπωνικὸ χωριὸ Korvatunturi (πλησίον τῆς πόλεως Rovaniemmi, ἐπὶ τοῦ ἀρκτικοῦ κύκλου ποὺ σημειώνει τὴν ἀρχὴ τῆς ἀρκτικῆς ζώνης) φέροντας στὴν πλάτη του ἔναν σάκο μὲ δῶρα. Παλαιότερα ἀπεικονιζόταν πεζὸς ἀλλὰ σήμερα ἡ συνηθέστερη μορφὴ του εἶναι νὰ ὀδηγῇ ἔλκηθρο ποὺ σύρεται ἀπὸ ταράνδους.

 Στὴν ἀν. Φινλανδία (Karelia) τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο καλεῖται Syndy καὶ σχετίζεται μὲ τὴν γέννηση τοῦ Ἡλίου, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες παραδόσεις τῶν χωρῶν τῆς Βαλτικῆς. Tὰ πνεύματα τῶν προγόνων (Syndyset, Syndynen) ἀναδύονται ἀπ’ τὰ ὕδατα ἢ κατέρχονται ἀπ’ τὸν οὐρανό.

 Ἀνὰ τόπους ὀνομαζόταν καὶ Viändöi καὶ στὴν δυτική Καρελία Harjapäivä. Tὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο θεωρεῖται εὐνοϊκὴ ἡμέρα γιὰ μαντικὴ καὶ οἰωνοὺς γιὰ τὸ μέλλον, ἔτσι οἱ κατὰ τόπους οἰωνοσκόποι ἔκαναν ἐπισκέψεις σὲ διάφορα σπίτια ὅπου τοὺς φίλευαν μὲ ζῦθο καὶ φαγητὸ καθὼς προέβλεπαν τὰ μέλλοντα τῆς χρονιᾶς γιὰ τὴν κάθε οἰκογένεια. Αὐτὰ τὰ ἔθιμα παρατηροῦνται σὲ ὅλη τὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη.

 Οἱ ἡμέρες τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου ἔχουν καὶ ἔναν ἔντονο Νέρτερο χαρακτήρα, μὲ ἀπόδοση τιμῶν σὲ προγόνους, νεκροὺς συγγενεῖς, καθὼς καὶ σὲ πνεύματα δασῶν ὅπως νύμφες καὶ σάτυροι ἐνῶ διαδεδομένη εἶναι καὶ ἡ χρήση οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Ἡ ἀκαδημαϊκὸς Jane Harisson ἔχει διατυπώσει κάποιες ἐνδιαφέρουσες θεωρίες περὶ τῆς σχέσεως ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τῶν πνευμάτων τῶν νεκρῶν καὶ τοῦ Οἴνου κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Ἀνθεστηρίων, καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα τὰ οἰνοπνευματώδη ὀνομάσθησαν spirits.

 Ἐπίσης τιμὲς ἀποδίδονται στὰ πνεύματα τοῦ Οἴκου, καθὼς καὶ σὲ ὅσα σχετίζονται μὲ τὸ περιβάλλον τῶν κήπων, τῶν ἀγροτικῶν ἐκτάσεων ποὺ καλλιεργοῦσαν οἱ οἰκογένειες, καὶ τῶν δασῶν, πηγῶν, ποταμῶν καὶ λιμνῶν τῆς περιοχῆς. Γιὰ τοὺς σαμάνους αὐτὲς οἱ ἡμέρες εὐνοοῦν τὸ ταξεῖδι καὶ τὶς ἐπικοινωνίες μεταξὺ τοῦ ἀνθρωπίνου καὶ τοῦ Νερτέρου κόσμου. Συχνὰ φοροῦν μία μαύρη περούκα καὶ παίρνουν τρομακτικὴ ὄψη κατὰ τὴν περίοδο αὐτήν.

 Στὴν Γερμανία, καὶ τὰ γερμανικὰ φύλα πέριξ τῶν Ἄλπεων, ὁ Τράγος διαφοροποιεῖται στὴν μορφὴ τοῦ Krampus. Ἔχει ἀποκρουστικὴ ὄψη, μὲ μακριὰ γλῶσσα καὶ κέρατα, κρατάει ἕνα σακίδιο στὸ ἕνα του χέρι καὶ ἔνα κουδούνι στὸ ἄλλο ποὺ ἠχεῖ πένθιμα καὶ τρομάζει ὅλους ὅσους τὸ ἀκοῦν, ἐνῶ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν τιμωρία τῶν παιδιῶν ποὺ δὲν ἦταν φρόνιμα τὴν χρονιὰ ποὺ πέρασε. Τὸ ὄνομά του προέρχεται ἀπὸ μία παλαιὰ γερμανικὴ λέξη ποὺ σημαίνει «νύχι» καὶ τὰ ἀποκρουστικὰ μεγάλα νύχια του ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικά του. Ο Krampus ἐμφανίζεται τὴν νύχτα τῆς 5ης πρὸς 6ης Δεκεμβρίκου πρὸς ἀναζήτηση τῶν κακῶν παιδιῶν. Τὰ ἀνακαλύπτει ἕνα-ἕνα καὶ τὰ στοιβάζει μέσα στὸν σάκο του ἐνῶ κατὰ μία ἐκδοχὴ τοῦ μύθου καταλήγει σὲ ἕνα ποτἀμι στὸ ὁποῖο ἀδειάζει τὰ περιεχόμενα τοῦ σάκου.

 Στὴν Αὐστρία, στὶς 5 Δεκεμβρίου ἑορτάζεται ἡ περιοδεία τοῦ Krampus. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἑορτῆς οἱ ἄντρες μεταμφιέζονται σὲ Krampus, φορώντας γοῦνες καὶ τρομακτικὲς μάσκες μὲ κέρατα, κραδαίνοντας ραβδιά, κτυπώντας τὰ κουδούνια καὶ γυρίζοντας ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ἀναζήτηση μικρῶν παιδιῶν. Ὅταν τὰ παιδιά τοὺς ἀνοίγουν τὴν πόρτα, οἱ μεταμφιεσμένοι ὁρμοῦν μέσα καὶ ἀρχίζουν νὰ τὰ τρομάζουν! Στὸ τέλος οἱ γονεῖς καλοῦν μέσα τοὺς μασκοφόρους, ἐκεῖνοι βγάζουν τὶς μάσκες καὶ κάθονται ὅλοι μαζὶ στὸ τραπέζι νὰ ἀπολαύσουν γλυκίσματα καὶ οἰνοπνευματώδη.

 Σύμφωνα μὲ τὴν νορδικὴ μυθολογία ὁ Krampus εἶναι ὑιὸς τῆς Hel, τῆς βασιλίσσης τοῦ Νερτέρου κόσμου. Ἡ μορφὴ του ἔχει πολλὰ κοινὰ στοιχεῖα μὲ τοὺς Σατύρους καὶ τὸν Φαῦνο (λατ: Faun), θεὸ τῶν δασῶν καὶ ἀκόλουθο τοῦ Πανός. Ἡ παρέλαση τοῦ Krampus συναντᾶται ὄχι μόνον στὴν Γερμανία καὶ τὴν Αὐστρία, ἀλλὰ ἐπίσης στὴν Σλοβενία, τὴν Οὐγγαρία καὶ ἄλλες χῶρες τῆς ἀν.  Εὐρώπης, καθὼς καὶ στὴν β. Ἰταλία. Στὴν συνηθέστερη μορφὴ της στὴν ὕπαιθρο, οἱ ἄνθρωποι ντύνονται μὲ τραγίσια μυθικὰ κοστούμια, παίζουν μικρὰ θεατρικὰ καὶ περιφέρονται στὰ σπίτια καὶ στοὺς δρόμους κρατώντας αὐτοσχέδια μαστίγια. Οἱ μάσκες ποὺ φοροῦν εἶναι συνήθως χειροποίητες ἀπὸ σκαλισμένο ξύλο μὲ κέρατα τράγου ἐνῶ ἡ ἐνδυμασία ἀπὸ προβατίσιο ἢ τραγίσιο δέρμα μὲ μεγάλα κουδούνια κρεμασμένα ἀπ’ τὴν μέση.

 Ὁ ῥωμαιοκαθολικισμὸς εἶχε ἐντάξει ἀπὸ παλαιὰ τὸν Krambus ὡς συνοδὸ τοῦ ἁγ. Νικολάου – μιᾶς ἄλλης μορφῆς βασισμένης σὲ σύμβολα καὶ ἰδιότητες ποὺ περισσότερο εἶναι σχετικὰ μὲ τὸν Ἐνάλιο κόσμο, καὶ ποὺ εἶναι εὔσπλαχνος καὶ φέρει δῶρα καὶ ἀνταμοιβές. Ὁ Krampus ἀντιθέτως τιμωρεῖ ὅσα παιδιὰ ἦταν κακὰ ὅλη τὴν χρονιά.

 Τὰ «Perchten» (ἐνικός Perchta) εἶναι στοιχειακὰ τῆς ὑπαίθρου, ἰδιαιτέρως δημοφιλὴ σὲ ὅλη τὴν αὐστριακὴ καὶ βαυαρικὴ ἐπικράτεια. Ἐμφανίζονται μόνα τους ἢ σὲ ὁμάδες, εἰδικὰ σὲ τρεῖς συγκεκριμένες χειμερινὲς νύχτες: τὴν παραμονὴ τῆς 6ης Δεκεμβρίου, τὴν παραμονὴ τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου καὶ τὴν παραμονὴ τῆς 6ης Ἰανουαρίου, κρατοῦν κουδούνια καὶ ἄλλα ὄργανα μὲ τὰ ὁποῖα παράγουν κρότους καὶ διαλύουν τὴν παγωνιά. Μὲ τὴν ἴδια λέξη περιγράφεται καὶ ἕνα εἶδος θηλυκῶν μασκῶν ποὺ συμβολίζουν τὴν ἀκολουθία τῆς θεᾶς Perchta, ἢ Pehta Baba ὅπως λέγεται στὴν Σλοβενία, καὶ ποὺ χρησιμοποιοῦταν σὲ παραδοσιακὲς πομπές σὲ ἐκεῖνες τὶς τρεῖς ἡμερομηνίες. Σήμερα ἡ πομπὴ μὲ τοὺς μασκοφόρους ἔχει συνενωθεῖ μὲ τὴν περιοδεία τοῦ Krampus, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τελοῦνται μαζί.  

 Σὲ παλαιότερες παραδόσεις τὰ Perchten συσχετιζόντουσαν περισσότερο μὲ τὸ μέσο τοῦ χειμῶνος καὶ τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν, ἐμφανίζοντας κοινὰ στοιχεῖα μὲ τοὺς ἑορτασμοὺς τῶν Ἀνθεστηρίων (2-4 Φεβρουαρίου, μεσοχείμωνο). Τὸ ὄνομά τους προέρχεται ἀπὸ τὴν παλαιογερμανικὴ λέξη peraht, ποὺ σημαίνει λαμπρὸς ἢ φωτεινός.

 Παρόμοια σημασία ἔχει ἡ ἑορτὴ τῆς Λουκίας (Santa Lucia), μίας ἀπὸ τὶς παλαιότερες ῥωμαιο-καθολικὲς ἑορτὲς ποὺ πρὶν τὴν γρηγοριανὴ ἡμερολογιακὴ διόρθωση ἐλάμβανε χώρα τὴν (τότε) 13η Δεκεμβρίου, δηλαδὴ περίπου στὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο. Τὴν παραμονὴ λοιπόν, τῆς (παλαιᾶς) 13ης Δεκεμβρίου πιστευόταν ὅτι διάφορα πνεύματα τῆς φύσεως ἦταν ἰδιαιτέρως ἐνεργὰ ὅλη τὴν νύκτα καὶ ὅτι τὰ ζῶα μποροῦν τότε νὰ μιλήσουν. Οἱ δὲ ἄνθρωποι ἔπρεπε νὰ προσέχουν καὶ νὰ μείνουν ἄγρυπνοι  καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς νυκτὸς καὶ προστατευμένοι μέσα στὰ σπίτια τους. Ἢταν ἡ πιὸ σκοτεινὴ νύκτα τοῦ  ἔτους καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἔθιμο ἄναβαν κεριὰ ἀπὸ τὸ σούρουπο καὶ μετά, ποὺ παρέμεναν ἀναμμένα μέχρι τὸ ξημέρωμα.

 Τὸ ἐπόμενο πρωὶ τὰ ζῶα τοῦ σπιτικοῦ χρειαζόντουσαν ἐπιπλέον τροφή. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔτρωγαν ἕνα πολὺ πλούσιο πρωινό, σὲ δύο, τρία ἢ καὶ περισσότερα διαλείμματα. Μετὰ τὴν γρηγοριανὴ διόρθωση ἡ ἡμέρα τῆς Λουκίας συνέχισε νὰ ἑορτάζεται τὴν νέα ἡμερολογιακὴ 13η Δεκεμβρίου καὶ μὲ αὐτὴν τὴν μορφὴ πέρασε καὶ στοὺς λουθηρανοὺς εὐαγγελιστές. Τελεῖται λειτουργία, μὲ ἔφηβα κορίτσια ντυμένα στὰ λευκὰ ποὺ κρατοῦν κεριά.

 Ὁ σουηδικὸς «ὕμνος τῆς Λουκίας» (σὲ ἀγγλικὴ μετάφραση):

The night treads heavily
around yards and dwellings
In places unreached by sun,
the shadows brood
Into our dark house she comes,
bearing lighted candles,
Saint Lucia, Saint Lucia. »

 Στὴν Ἑλλάδα, ὅλη ἡ ἑορταστικὴ περίοδος πρὶν καὶ μετὰ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο εἶναι συνυφασμένη μὲ τὰ ἰδιαίτερα ἀνὰ τόπους ἔθιμα, κυρίως διονυσιακῆς προελεύσεως. Ἕνα γενικότερο κοινὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ παρουσία τῶν τραγομόρφων σατύρων, ποὺ σταδιακὰ κατέληξαν νὰ ἀποτελέσουν τὴν βάση γιὰ τὶς μορφὲς τῶν καλικαντζάρων – ὄντα ποὺ ἀπέκτησαν σιγὰ σιγὰ ἀνεπιθύμητα χαρακτηριστικὰ ἐξ αἰτίας τῆς χριστιανορθόδοξης ἀντιπάθειας πρὸς τὶς ἑλληνικὲς παραδόσεις καὶ ἑορτασμούς.

 Διατήρησαν ὅμως τὸ κωμικὸ στοιχεῖο, φερόμενα νὰ διαπράττουν πολλὲς σκανταλιὲς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καθ’ ὅλη τὴν ἑορταστικὴ περίοδο, ἐνῶ καὶ ἐδῶ ἐμφανίζονται νὰ κρατοῦν διαφόρων εἰδῶν ὄργανα μὲ τὰ ὁποῖα παίζουν χορευτικοὺς σκοπούς ἢ παράγουν κρότους. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, ὁ χειμώνας εἶναι ἡ περίοδος ὅπου τελοῦνται οἱ περισσότερες διονυσιακὲς ἑορτές, μὲ κυριότερες τὶς ἀνα τόπους ἑορτὲς τοῦ οἴνου καὶ τὸ Καρναβάλι.

Ὅσο γιὰ τὸ ἔθιμο τῶν Κωδωνοφόρων (ποὺ στὴν Γερμανία καὶ τὴν Αὑστρία φαίνεται νὰ συνενώθῃ μὲ τὸ ἔθιμο τοῦ Krampus καὶ τελοῦνται μαζὶ τὸν Δεκέμβριο), στὴν β. Ἑλλάδα ἔχει ἀναβιωθεῖ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἑορτάζεται κατὰ τὴν περίοδο τοῦ Καρναβαλιοῦ.

Ἡ πρωτοβουλία τῆς ἀναβιώσεως ἔγινε ἀπὸ τὸ Λαογραφικὸ καὶ Ἐθνολογικὸ Μουσεῖο Μακεδονίας – Θράκης, καὶ τὰ δρώμενα τελοῦνται μὲ τὴν συμμετοχὴ πολιτισμικῶν φορέων τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἄλλων κοντινῶν πόλεων.

Κωδωνοφόροι

Advertisements