Ετικέτες

, , , ,

Συνέντευξη μὲ τὸν Alain de Benoist, ποὺ ἀναρτήθη στὰ γαλλικὰ στὶς 4 Φεβρουαρίου 2016, στὴν ἱστοσελίδα Boulevard Voltaire

Ὁ Φρανσουὰ Ὁλλάντ ἐπαρουσίασε προσφάτως τὸ σχέδιό του «τῆς τελευταίας εὐκαιρίας» γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς ἀνεργίας. Ἀλλὰ στὴν ἐποχή του, ὁ Φρανσουὰ Μιτερὰν εἶχε ἤδη πεῖ ὅτι «ἔχουμε προσπαθήσει τὰ πάντα» σὲ αὐτὸν τὸν τομέα. Εἶναι ἀναπόφευκτη ἡ μαζικὴ ἀνεργία;

Αὐτὸ ποὺ ὁ Φρανσουὰ Ὅλλάντ θέλει νὰ μειώσῃ, δὲν εἶναι ἡ ἀνεργία, ἀλλὰ οἱ δείκτες ἀνεργίας. Ἐξ οὗ καὶ τὸ πρόγραμμά του γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῆς νεολαίας, ποὺ στοχεύει πρωτίστως νὰ ξεφουσκώσῃ τὶς στατιστικές. Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα, ἡ πολιτικὴ τῆς προσφορᾶς σαφῶς καὶ δὲν λειτουργεῖ, καὶ ὅτι ἄνευ δημοσίων δαπανῶν, ἡ Γαλλία θὰ εἶχε ἤδη περιέλθει σὲ ὕφεση. Ὅλα ὅσα προτείνει εἶναι συνηθισμένες φιλελεύθερες συνταγές: συμπληρωματικὰ δώρα πρὸς τὶς ἐπιχειρήσεις, μείωση τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων, μείωση τῆς κοινωνικῆς προστασίας, ἐπιδόματα ἀνεργίας, καὶ οὔτω καθ’ ἐξῆς. Ὅπως ἔγραψε καὶ ὁ Dominique Jamet, «ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ τρελλά τους ὄνειρα, ὁ Pierre Gattaz καὶ τὸ Κίνημα τῶν Ἐπιχειρήσεων τῆς Γαλλίας (Movement of the Enterprises of France, MEDEF), ποὺ πάντοτε τὸ ἀπαιτοῦσαν, δὲν τὸ ἐλπίζουν».

Ἡ κυβέρνηση δὲν ἔχει ποτέ της καταλάβει ὅτι οἱ ἐπιχειρήσεις προσλαμβάνουν μόνον ὅταν εἶναι βέβαιοι ὅτι θὰ μπορέσουν νὰ ἔχουν πωλήσεις, καὶ ὅτι δὲν ἔχουν πωλήσεις ὅταν οἱ πολιτικὲς τῆς λιτότητος καταδικάζουν τὴν ἀγοραστικὴ δύναμη σὲ μείωση ἢ σὲ στασιμότητα. «Ἐργασθεῖτε περισσότερο γιὰ νὰ κερδίσετε περισσότερα», δήλωσε ἤδη ὁ Σαρκοζύ, ξεχνώντας ὅτι ἐὰν ἐργασθοῦμε περισσότερο, αὐξάνουμε τὴν ποσότητα τῆς προσφερόμενης ἐργασίας ταυτοχρόνως. Ἀλλά, ὅπως συμβαίνει σὲ περίοδο ἀνεργίας, ὅταν ἡ προσφορὰ ἐργασίας εἶναι χαμηλότερη ἀπὸ τὴν ζήτηση καὶ δὲν αὐξάνεται, ἡ μόνη συνέπεια εἶναι ἡ κατάρρευση τῶν μισθῶν. Ἀναγνωρίζουμε ἐδῶ τὴν ἐπιρροὴ του Ἐμμανουήλ Μακρόν, τὸν ὁποῖον θεωρῶ τὸν πιὸ ἐπιβλαβὴ καὶ ἐπικίνδυνο ὑπουργὸ σὲ αὐτὴν τὴν κυβέρνηση – «ἡ πολιτικὴ ἔκφραση τῆς κυριαρχίας τῶν ἀστῶν (bourgeois)», ὅπως εἶπε ὁ Patric Buisson.

Ὡστόσο ἕνα μέρος τῆς Δεξιᾶς φαίνεται νὰ βλέπῃ θετικὰ τὸν Ἐμμανουὴλ Μακρόν.

Γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους στὴν Δεξιά, ἡ ἔννοια τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης χωράει ἄνετα σὲ ἕνα κομμάτι κονφετί. Θέλουν νὰ ὑπερασπίσουν τὸ ἔθνος, ἀλλὰ τελικὰ νοιάζονται πολὺ λίγο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀκόμη δὲν καταλαβαίνουν ὅτι ὁ καπιταλισμὸς εἶναι ἐγγενῶς παγκοσμιοποιητικός, διότι ἀπαιτεῖ τὴν κατάργηση τῶν συνόρων (‘laissez faire, laisser passer!’). Λόγω αὐτῆς του τῆς τάσεως γιὰ ἔλλειψη ὁρίων, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ δίχως νὰ φέρνῃ συνεχῶς ἐπαναστάσεις στὶς κοινωνικὲς σχέσεις, ἢ δίχως νὰ βλέπει τὶς ἐθνικὲς ταυτότητες σὰν πολλαπλὰ ἐμπόδια στὴν ἐπέκταση τῆς παγκοσμιοποιημένης ἀγορᾶς. Τὸ ἀνθρωπολογικὸ πρότυπο ποὺ φέρει, καὶ ποὺ εἶναι αὐτὸ ἑνὸς ἀτόμου ποὺ συνεχῶς ἀναζητὰ τὴν μεγιστοποίηση τοῦ δικοῦ του προσωπικοῦ συμφέροντος, εἶναι τόσο μέρος τῆς δυναμικῆς τοῦ οἰκονομικοῦ φιλελευθερισμοῦ ὅσο καὶ τοῦ κοινωνικοῦ (σημείωση μεταφραστή: ὁ κοινωνικὸς φιλελευθερισμός, societal liberalism, ἀναφέρεται σὲ πράγματα ὅπως τὸν γάμο ὁμοφυλοφίλων, τὴν νομιμοποίηση τῶν ναρκωτικῶν καὶ τὴν κοινωνικὴ ἀνεκτικότητα γενικά), καὶ τὰ ἀξιώματα τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ κέρδους εἶναι οἱ πυλῶνες τῆς δικτατορίας τῶν ἐμπορικῶν ἀξιῶν.

Σὲ μία συγκυρία ὅπου ἡ ψῆφος στὸ Ἐθνικὸ Μέτωπο (Front National, FN) μεταφράζεται ὅλο καὶ περισσότερο σὲ μία «ἀληθινὴ ταξικὴ σύγκρουση», ὅπως δήλωσε ὁ Christophe Guilluy –γιὰ τὸν ὅποιον «ἐργαζόμενοι πάνω στὸ κοινωνικὸ ζήτημα εἶναι ποὺ φθάνουμε στὸ περὶ ταυτότητος ζήτημα»- καὶ σὲ μία συγκυρία ὅπου ἡ πλειοψηφία τῶν λαϊκῶν τάξεων δὲν ζοῦνε ἄλλο ἐκεῖ ὅπου δημιουργοῦνται ὁ πλοῦτος καὶ οἱ θέσεις ἐργασίας, κάτι ποὺ δὲν ἔχει ξανασυμβεῖ ποτὲ πρὶν στὴν ἱστορία, βεβαίως καὶ εἶναι οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ βρίσκουν τὸ οἰκονομικὸ πρόγραμμα τοῦ Ἐθνικοῦ Μετώπου ‘πολὺ ἀριστερό’ ἢ ποὺ ἐνθουσιάζονται μὲ ἐκεῖνον τὸν ἀξιοθρήνητο κλόουν τὸν Ντόναλντ Τράμπ (τὸ ἀμερικανικὸ ἀντίστοιχο τοῦ Zhirinovsky), ποὺ πιστεύει ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ‘ξέρει νὰ βγάζῃ χρήματα’ ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα νὰ ἠγηθῇ τῶν Ἠνωμένων Πολιτειῶν.

Ἀπὸ τὴν δεκαετία ’90, ἡ κοινωνικὴ ἀπόγνωση δὲν ἔχει σταματήσει νὰ ἐξαπλώνεται: 6,5 ἐκατομμύρια ἄνθρωποι εἶναι στοὺς καταλόγους τῶν κέντρων ἀνεργίας καὶ ὑπάρχουν 8,5 ἐκατομμύρια φτωχοὶ ποὺ ζοῦνε στὸ 60% τοῦ κατωτάτου εἰσοδηματικοῦ ὁρίου, καθὼς καὶ 6 ἐκατομμύρια ἐγγεγραμμένοι σὲ βασικὰ κοινωνικὰ ἐπιδόματα, 2,3 ἐκατομμύρια νοικοκυριὰ λαμβάνουν RSA, 3,8 ἐκατομμύρια μὲ ἀνεπαρκὴ στέχαση, 3,9 ἐκατομμύρια δικαιούχοι ἐπιδόμάτων σιτίσεως καὶ 810.000 ἄστεγοι ἐκ τῶν ὁποίων 100.000 ἀναγκάζονται νὰ κοιμοῦνται σὲ κελλάρια ἢ στοὺς δρόμους.

Ἐν ὄψει αὐτοῦ τοῦ σημείου καμπῆς στὴν κοινωνικὴ ἱστορία τῆς χώρας μας, κάποιοι ἐπιμένουν νὰ μὴν βλέπουν τίποτα. Καταλαβαίνουν ὅτι οἱ χωρικοὶ αὐξάνουν τὶς παράνομες πράξεις τους ἐπειδὴ ὁ κόσμος τῆς ὑπαίθρου ἔχει μπεῖ σὲ διαδικασία θανάτου. Καταλαβαίνουν ὅτι οἱ Κορσικανοὶ θὰ συνεχίσουν τὰ ἀντίποινα κατὰ τῶν ὕβρεων τοῦ συρφετοῦ ποὺ ἐπιτέθη σὲ πυροσβέστες, ἀλλὰ ὅταν ὀκτὼ μισθωτοὶ τοῦ ἐργοστασίου τῆς Goodyear στὴν Ἀμιένη καταδικάζονται σὲ δύο χρόνια φυλάκιση, ἐκ τῶν ὁποίων ἐννέα μῆνες εἶναι δίχως ἀναστολή, ἐπειδὴ κράτησαν ὁμήρους γιὰ τριάντα ὧρες δύο στελέχη μίας ἐπιχειρήσεως ποὺ ἔκοψε 1.100 θέσεις ἐργασίας καὶ ἄφησε 800 ἐργάτες ἀνέργους (μὲ ἀποτέλεσμα δώδεκα αὐτοκτονίες ἀπὸ τὸ κλείσιμο καὶ μετά) –ἐννέα μῆνες γιὰ τριάντα ὧρες!- τότε δὲν κρύβουν τὴν χαρά τους ποὺ αὐτοὶ οἱ ‘ἀλῆτες’ ἐστάλησαν στὴν ‘στενή’. Οἱ Κορσικανοὶ καὶ οἱ Bonnets Rouges εἶναι ἐντάξει, ἀλλὰ ὄχι οἱ ἐργᾶτες! Ἀλλὰ οὔτε ποὺ βγάζουν κίχ ἀπὸ τὴν ἄλλη, γιὰ τὴν ἀλητεία τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων ποὺ ἐναγκαλίζονται τὴν μετεγκατάσταση, καὶ ποὺ συνεχίζουν νὰ ἀναπτύσσουν «κοινωνικὰ σχέδια» ποὺ ἐπιτρέπουν στοὺς μετόχους τους νὰ ὑπερσσυσωρεύουν ἀκόμη περισσότερο. Ὅσο γιὰ ἐμένα, ποὺ εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὴν μεγάλη παράδοση τοῦ ἐπαναστατικοῦ συνδικαλισμοῦ (George Sorel καὶ Edouard Berth, Emile Puget καὶ Victor Griffuelhes, Arturo Labriola καὶ Filippo Corridoni), αὐτὸ ἀνακατώνει τὴν καρδιά μου.

Φυσικά, κάποιος μπορεῖ βεβαίως νὰ ἐπιθυμῇ μία «Θατσερικὴ Δεξιά», ὅπως ὁ Éric Brunet ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Valeurs actuelles, ἢ ὁ Guillaume Larrivé βουλευτής ἐκ τῆς Ἰόνης καὶ ἐκπρόσωπος τῶν Ρεπουμπλικάνων, γιὰ τὸν ὁποῖον ὀ ‘μαρινισμός’ (Σημείωση μεταφραστή: τὸ κίνημα ποὺ ὑποστηρίζει τὴν Μαρίν Λὲ Πέν) εἶναι ἕνας ‘ἀντεθνικός νεο-κομμουνισμός’. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Δεξιὰ θὰ εἶναι χωρὶς ἐμένα.

Τὶ γνώμη ἔχετε γι’αὐτὴν τὴν πρόσφατη δήλωση τοῦ Jean-Luc Mélenchon: «Ζοῦμε σὲ περίοδο κοινωνικοῦ σκοταδισμοῦ. Σὲ αὐτὴν τὴν αὐλὴ θαυμάτων ποὺ εἶναι ἡ κυβέρνηση, ὁ κος. Gattaz παίζει τὸν ρόλο τοῦ ἀρχιευνούχου, ἐκείνων τῶν ἐπαιτῶν ποὺ στὸ παρελθὸν ἔκλεβαν πορτοφόλια σὲ δημόσιους χώρους. Συλλέγει ἐκατομμύρια ἀπὸ τὴν κυβέρνηση, ἀλλὰ σὲ καμμία περίπτωση δὲν μειώνει τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνέργων, καὶ μόλις τὰ ταμεῖα γεμίσουν, βαθαίνει ἀκόμη περισσότερο τὸν δίσκο τοῦ ἐπαίτη. Στὴν Γαλλία τὰ μεγάλα ἀφεντικὰ εἶναι μία πολὺ παρασιτικὴ καὶ ὑποβοηθούμενη τάξη.»

Παράσιτα εἶναι ἀπολύτως ἡ κατάλληλη λέξη.

Advertisements